Εκπαιδευτικοί σε μόνιμη προσωρινότητα: Χαμηλοί μισθοί, εξουθένωση και μια νέα γενιά που απομακρύνεται από το σχολείο
Μια εικόνα βαθιάς και πλέον δομικής κρίσης του εκπαιδευτικού επαγγέλματος στην Ελλάδα καταγράφει η νέα εκτενής μελέτη των ΟΙΕΛΕ και ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ φωτίζει μια πραγματικότητα που εδώ και χρόνια βιώνουν χιλιάδες δάσκαλοι και καθηγητές: προσωρινότητα που μετατρέπεται σε κανονικότητα, πραγματική υποχώρηση των μισθών, αυξανόμενη εργασιακή πίεση και ένα επάγγελμα που δυσκολεύεται πλέον να προσελκύσει τη νέα γενιά.
Το κρίσιμο συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι το πρόβλημα της εκπαίδευσης δεν εξαντλείται στο πόσους εκπαιδευτικούς προσλαμβάνει κάθε χρόνο το κράτος ούτε στο πόσα κενά εμφανίζονται τον Σεπτέμβριο.
Το ερώτημα είναι πλέον με ποιους όρους εργάζονται αυτοί οι άνθρωποι, πόσο σταθερή είναι η επαγγελματική τους ζωή, τι πραγματική αξία έχει ο μισθός τους και πόσο αντέχει ένας εργαζόμενος που καλείται επί χρόνια να ζει σε συνθήκες αβεβαιότητας, μετακίνησης και διαρκούς πίεσης.
Ο αναπληρωτής δεν είναι πια «αναπληρωτής»
Ένα από τα πιο αποκαλυπτικά στοιχεία αφορά την εκρηκτική διεύρυνση της ελαστικής εργασίας.
Ο αναπληρωτής εκπαιδευτικός δημιουργήθηκε θεωρητικά για να καλύπτει έκτακτες ή προσωρινές ανάγκες, όπως άδειες ασθενείας ή μητρότητας.
Σήμερα όμως έχει μετατραπεί σε βασικό πυλώνα λειτουργίας του σχολείου.
Στα Νηπιαγωγεία οι αναπληρωτές αποτελούν το 33,1% του συνολικού προσωπικού, στα Δημοτικά το 25,6%, στην Επαγγελματική Εκπαίδευση το 24,2%, στα Γυμνάσια το 21,2% και στα Γενικά Λύκεια το 14,3%.
Αναπληρωτές ανά βαθμίδα
| Βαθμίδα | Ποσοστό αναπληρωτών |
|---|---|
| Νηπιαγωγεία | 33,1% |
| Δημοτικά | 25,6% |
| Επαγγελματική Εκπαίδευση | 24,2% |
| Γυμνάσια | 21,2% |
| Γενικά Λύκεια | 14,3% |
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εξέλιξη της τελευταίας δεκαετίας. Στα δημόσια Γυμνάσια, μεταξύ 2015 και 2024, οι μόνιμοι εκπαιδευτικοί μειώθηκαν κατά 13%, ενώ οι τοποθετήσεις αναπληρωτών αυξήθηκαν κατά 403,3%.
Πίσω από αυτόν τον αριθμό υπάρχουν άνθρωποι που κάθε χρόνο μπορεί να αλλάζουν πόλη, νησί ή περιφέρεια, να αναζητούν ξανά σπίτι, να αφήνουν οικογένεια πίσω και να αδυνατούν να οργανώσουν ακόμη και στοιχειωδώς την προσωπική τους ζωή.
Η προσωρινότητα, δηλαδή, έχει πάψει να είναι εξαίρεση.
Έχει γίνει τρόπος λειτουργίας του συστήματος.
Πραγματικός μισθός: -6,2%
Η δεύτερη μεγάλη εικόνα αφορά τις αποδοχές.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, ο πραγματικός αρχικός μισθός των εκπαιδευτικών στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 6,2% την περίοδο 2015-2024, όταν την ίδια περίοδο στις χώρες του ΟΟΣΑ καταγράφηκε μέση πραγματική αύξηση 14,9%.
Η σύγκριση είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή αν εξεταστούν οι αρχικές αποδοχές σε όρους αγοραστικής δύναμης: στην κατώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ο θεσμοθετημένος αρχικός μισθός στην Ελλάδα αντιστοιχεί σε 23.363 δολάρια PPP, έναντι 45.923 δολαρίων που είναι ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ.
Οι εκπαιδευτικοί της Πρωτοβάθμιας λαμβάνουν κατά μέσο όρο αποδοχές που αντιστοιχούν στο 69% των αποδοχών άλλων πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ στη Δευτεροβάθμια το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει στο 72%.
Με άλλα λόγια, πρόκειται για ένα επάγγελμα που απαιτεί πανεπιστημιακό τίτλο, συχνά μεταπτυχιακές σπουδές, ξένες γλώσσες, επιμορφώσεις και συνεχή επαγγελματική ανάπτυξη, αλλά προσφέρει οικονομικές απολαβές που υποχωρούν αντί να βελτιώνονται.
Το ωράριο δεν τελειώνει με το κουδούνι
Ένας από τους πιο επίμονους μύθους γύρω από τους εκπαιδευτικούς είναι ότι η εργασία τους τελειώνει όταν ολοκληρωθούν οι ώρες διδασκαλίας.
Η πραγματικότητα που καταγράφει η μελέτη είναι εντελώς διαφορετική.
Προετοιμασία μαθημάτων, διορθώσεις, γραφειοκρατία, επικοινωνία με γονείς, διαχείριση κρίσεων και διοικητικά καθήκοντα εισβάλλουν σταθερά στον ελεύθερο χρόνο.
Στην ιδιωτική εκπαίδευση το 57,9% δηλώνει ότι βρίσκεται συχνά ή τακτικά υπό έντονη πίεση χρόνου και φόρτο εργασίας, ενώ το 31,8% εργάζεται και στον ελεύθερο χρόνο του. Από όσους κάνουν πρόσθετη εργασία, το 63,5% δεν αμείβεται καθόλου για αυτές τις ώρες.
Burnout πάνω από 51%
Η πίεση αυτή δεν μένει χωρίς συνέπειες.
Το 48,7% των εκπαιδευτικών που εκτίθενται σε επιβαρυντικούς παράγοντες αναφέρει εμφάνιση ή επιδείνωση εργασιακού άγχους, ενώ το 39,7% καταγράφει σωματικά συμπτώματα, όπως πονοκεφάλους και κόπωση ματιών.
Παράλληλα, έρευνα της ΔΟΕ σε 3.021 εκπαιδευτικούς της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης κατέγραψε τον συνολικό δείκτη εργασιακής εξουθένωσης στο 51,47/100.
Αυτό είναι ίσως και ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα.
Η εξουθένωση δεν μπορεί πλέον να παρουσιάζεται ως πρόβλημα κάποιων ανθρώπων που «δεν αντέχουν την πίεση».
Όταν τα ποσοστά αποκτούν τέτοια έκταση, το πρόβλημα είναι συστημικό.
Υψηλά προσόντα, χαμηλό αντίκρισμα
Η μελέτη διαψεύδει παράλληλα την αντίληψη ότι τα προβλήματα της εκπαίδευσης σχετίζονται με χαμηλά προσόντα του προσωπικού.
Το αντίθετο.
Στην ιδιωτική εκπαίδευση το 87,5% δηλώνει υψηλή συνάφεια σπουδών και αντικειμένου εργασίας, το 98,3% θεωρεί ότι ανταποκρίνεται πλήρως στις απαιτήσεις της θέσης και το 88,7% αναφέρει υψηλή αξιοποίηση γνώσεων και δεξιοτήτων.
Ταυτόχρονα όμως μεγάλο μέρος της επιμόρφωσης μετατρέπεται σε προσωπική ευθύνη και οικονομική επιβάρυνση του ίδιου του εκπαιδευτικού.
Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο: Όσο περισσότερα προσόντα συγκεντρώνει ο εκπαιδευτικός, τόσο περισσότερο αισθάνεται ότι το επάγγελμα δεν του επιστρέφει αντίστοιχη οικονομική και επαγγελματική αναγνώριση.
Οι νέοι γυρίζουν την πλάτη
Ίσως το πιο ανησυχητικό μήνυμα αφορά το μέλλον.
Στην κατώτερη Δευτεροβάθμια μόλις το 1,4% των εκπαιδευτικών είναι κάτω των 30 ετών, ενώ το 57,8% είναι 50 ετών και άνω. Στην ανώτερη Δευτεροβάθμια οι κάτω των 30 ετών είναι μόλις 1,6%, ενώ οι άνω των 50 φτάνουν στο 58,3%.
Και η απομάκρυνση των νέων φαίνεται πλέον ακόμη και στις Πανελλαδικές του 2026: 1.243 κενές θέσεις στα τμήματα που οδηγούν στον κλάδο των Φιλολόγων, 585 στα Μαθηματικά και 665 στις Φυσικές Επιστήμες.
Η εικόνα αυτή δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί τυχαία.
Όταν ένας νέος γνωρίζει ότι μπορεί να χρειαστεί χρόνια αναπλήρωσης, συνεχείς μετακινήσεις, υψηλό κόστος στέγασης και έναν μισθό που έχει χάσει πραγματική αγοραστική δύναμη, το ερώτημα δεν είναι γιατί δεν επιλέγει εύκολα το εκπαιδευτικό επάγγελμα.
Το ερώτημα είναι γιατί να το επιλέξει.
Δεν υπάρχει καλό σχολείο με εξαντλημένο δάσκαλο
Το τελικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ίσως και το πιο απλό.
Δεν μπορεί να υπάρξει ποιοτική αναβάθμιση της εκπαίδευσης χωρίς αναβάθμιση των όρων εργασίας εκείνων που την υπηρετούν.
Σταθερή εργασία, καλύτερες αμοιβές, αναγνώριση του πραγματικού χρόνου εργασίας, μέτρα κατά της επαγγελματικής εξουθένωσης και οργανωμένη, δωρεάν επιμόρφωση αποτελούν βασικές προϋποθέσεις και όχι «παροχές πολυτελείας».
Γιατί ένα σχολείο μπορεί να γεμίσει πλατφόρμες, δείκτες, αξιολογήσεις και προγράμματα.
Αν όμως ο άνθρωπος που στέκεται μπροστά στην τάξη αισθάνεται προσωρινός, φτωχότερος και εξαντλημένος, αργά ή γρήγορα το κόστος δεν θα το πληρώσει μόνο εκείνος.
Θα το πληρώσει το ίδιο το σχολείο.
Πηγή: alfavita.gr